Συχνά συζητάμε για την καλοπέραση και την πολυτέλεια που έχουμε στη ζωή μας επιδεικνύοντας μάλιστα την ευζωία μας. Όλα αυτά όμως φαντάζουν πολύ λίγα και μικρά μπροστά στο ευ ζην των κατοίκων μιας αρχαίας πόλης της Μεγάλης Ελλάδας, τη Σύβαρη.

Η Σύβαρις υπήρξε πόλη μείζονος σημασίας. Ιδρύθηκε το 720π.Χ. από Αχαιούς και Ίωνεςστον κόλπο του Τάραντα της Νοτίου Ιταλίας και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή της Καλαβρίας. Οι ιδρυτές της, εργάσθηκαν σκληρά και έξυπνα.

Καλλιέργησαν την εύφορη γη και ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με παράκτιες πόλεις της Μικράς Ασίας.Η εύφορη γη της,η γειτνίασή της με τη θάλασσα και η μεγάλη εμπορική κίνηση του λιμανιού της οδήγησαν στον γρήγορο πλουτισμό των κάτοικων της,των οποίων ο τρόπος ζωής κατέστη παροιμιώδης. Η ευμάρειά της αποτέλεσε κίνητρο για πολλούς να ζήσουν εκεί, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο πληθυσμός της και να φτάσει μέχρι και τον αριθμό των 300 χιλιάδων κατοίκων.

nomisma

Νόμισμα της Σύβαρης (452 π.Χ. – 446 π.Χ.) με παράσταση του Ποσειδώνα από την μία πλευρά και του Συβαρικού ταύρου από την άλλη.

Οι Συβαρίτες <<έπιασαν>> νωρίς το νόημα της ζωής. Έθεσαν ως μοναδικούς στόχους της ζωής τους τη φιληδονία, την ευζωία και το να αρέσκονται σε υλικές απολαύσεις. Ασχολούνταν με συμπόσια, γλέντια, θεάματα και απολαύσεις.

Οι αχαλίνωτες σπατάλες, η υπερβολική πολυτέλεια και η μαλθακότητα εξ’ αιτίαςτης καλοπέρασης έμειναν στην ιστορία με τον όρο <<Συβαριτισμός>>.

Ας αναφέρουμε όμως μέχρι που έφτασε η αναζήτηση τους για πολυτελή διαβίωση.Από την πόλη τους απομάκρυναν τους κόκορες για να μην τους ξυπνούν το πρωί. Όλες οι χειρωνακτικές εργασίες γίνονταν από δούλους και οι πολίτες ξεκουράζονταν σε πολυτελείς επαύλεις. Μέσα στην πόλη απαγορευόταν τα εργαστήρια των ξυλουργών και των σιδηρουργών λόγο του θορυβώδες της εργασίας τους. Η επιτομή της καλής ζωής!

Κάποιος Συβαρίτης ξύπνησε κουρασμένος ένα πρωί επειδή ένα από τα ροδοπέταλα που υπήρχαν πάνω στο στρώμα του ήταν διπλωμένο και τον ενοχλούσε. Αυτό είναι το αγαπημένο μου!

Ένας άλλος, αρκετά εύπορος, μόλις είδε κάποιους εργάτες να δουλεύουν αρρώστησε! Όταν το διηγήθηκαν αυτό το περιστατικό σε κάποιον άλλον Συβαρίτη, εκείνος του είπε να μην απορεί για το συμβάν, γιατί και ο ίδιος ένοιωθε ήδη έναν πόνο στα πλευρά του σαν να είχε κοπιάσει το ίδιο με τους εργάτες!

syvaritismos3

Στις συνοικίες των πλουσίων οι δρόμοι ήταν σκεπασμένοι με ένα είδος τένταςγια να προστατεύονται οι διαμένοντες από τον ήλιο και τη βροχή. Τα γεύματα ήταν πλουσιοπάροχα, οι προσκεκλημένοιενημερωνόταν ένα χρόνο πριν. Οι μάγειρες και οι ζαχαροπλάστες που επινοούσαν νέες συνταγές διατηρούσαν για ένα χρόνο το προνόμιο της ευρεσιτεχνίας.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως όταν ο Συβαρίτης Μυνδιρίδης πήγε μνηστήρας στη Συκιώνα για να ζητήσει σε γάμο την κόρη του Κλεισθένη συνοδευόταν από 1.000 δούλους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο προσωπικός του μάγειρας, ειδικοί κυνηγοί, ψαράδες και πολύ άλλοι.

Ο Αθηναίος στο έργο του <<Δειπνοσοφισταί>> αναφέρει ότι στα λουτρά εργαζόταν εκπαιδευμένοι λουτροχόοιγια να ρίχνουν νερό στους λουόμενους με πολύ προσεκτικές κινήσεις. Ο λόγος που γινόταν αυτό ήταν για να μην τους τρομάξουν από το πιθανώς παγωμένο ή καυτό νερό.

Επίσης, αναφέρει ότι τα άλογα του στρατού της Σύβαρις είχαν τη συνήθεια να χορεύουν όταν άκουγαν μουσική.Όταν κάποια στιγμή η πόλη δέχτηκε επίθεση από τον στρατό του Κρότωνα ( μία ελληνική αποικία της Μεγάλης Ελλάδας) και γνωρίζοντας οι στρατιώτες του αυτήντη συνήθεια, παίζοντας μουσική έκαναν τα άλογα της Σύβαρις να χορεύουν. Δημιουργήθηκε αναστάτωση και σύγχυση στον στρατό με αποτέλεσμα η πόλη να λεηλατηθεί και να παραδοθεί στις φλόγες.

syvaritismos4

Αυτό ήταν το τέλος αυτής της θρυλικής πόλης, εν έτη 510 π.Χ.

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις σημερινές, καλοδεχούμενη.

<< Οι Μοιραίοι>>Κ. Βάρναλης

Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει;
Κανένα στόμα δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα.

Όλγα Μπάντη